Σάββατο, 2 Μαΐου 2015

124. Ιστορία από τα παλιά... (1o μέρος)

Όχι τα πολύ παλιά, από το 2012 για να ακριβολογώ. Ήταν μια περίοδος που είχα ανακαλύψει το Sims 3 σαν παιχνίδι και είχα επιχειρήσει να γράψω μια ιστορία χρησιμοποιώντας παράλληλα εικόνες παρμένες από το παιχνίδι. Η ιδέα ήταν να το ανεβάσω σε ένα blog, αλλά μετά το 3ο ή 4ο κεφάλαιο, βαρέθηκα και η ιστορία έμεινε στη μέση. Νόμιζα ότι την είχα σβήσει, αλλά προχτές, βρήκα σε ένα dvd με διάφορα αρχεία, το 1ο κεφάλαιο. Το ανεβάζω εδώ, όχι ότι θα συνεχιστεί, αλλά στέκει σαν αυτόνομη σύντομη ιστοριούλα. Όποιος θέλει, το διαβάζει!




 30 Σεπτεμβρίου 2012, Γαλλία, Nîmes
Κυριακάτικο ηλιόλουστο φθινοπωρινό πρωινό σε μια μικρή επαρχιακή πόλη στη Γαλλία. Και το πρώτο φθινοπωρινό κρύο είναι ήδη αισθητό. Οι μαγαζάτορες πίνουν τον πρωινό καφέ τους καθισμένοι πίσω από το τραπεζάκι των ταμείων τους, οι υπάλληλοι ανεβάζουν τα ρολά και οικογένειες κάνουν την Κυριακάτικη βόλτα τους.


Ο Δημήτρης Κωλλέτης, βρίσκεται αυτή την ώρα στη φοιτητική εστία, στο δωμάτιο του. Ξύπνησε από νωρίς για να κάνει ντούς, να βάλει καθαρά ρούχα και να τακτοποιήσει τις τελευταίες του εκρεμμότητες. Η σημερινή μέρα, είναι προγραμματισμένη αυστηρά. 11 θα πάει για καφέ με τον Jean, στις 3 θα επισκεφθει το μουσείο τέχνης να τελειώσει την τελευταία του εργασία, και μετά θα ακολουθήσει το αποχαιρετιστήριο πάρτυ-έκπληξη που του έχουν ετοιμάσει οι φίλοι του στην εστία. Τι πάρτυ έκπληξη δηλαδή, αφού ο Δημήτρης το έχει καταλάβει από καιρό, χάρη σε ένα τηλεφώνημα από το ζαχαροπλαστείο στην εστία που έτυχε να απαντήσει, που τον ρωτούσαν τι ήθελαν να γράφει πάνω η τούρτα.



“.... έχεις λείψει, ελπίζω να τα πούμε σύντομα από κοντά.” Ο Δημήτρης αφήνει ένα μικρό αναστεναγμό καθώς τελειώνει να διαβάζει το mail του Νίκου. “Τι κάνω?” αναλογίστηκε καθώς τοποθετούσε το Tablet, στη βαλίτσα που κείτονταν ανοιγμένη δίπλα από το κρεβάτι του.
Τι έκανε, αλήθεια? Δύο μέρες τώρα είχε αποφύγει όλους τους γνωστούς του, προφασιζόμενος ότι πρέπει να διευθετήσει κάποιες εκρεμμότητες. Ψέμματα, όλα ψέμματα. Δεν υπήρχαν εκρεμμότητες, τα είχε όλα κανονίσει εδώ και καιρό.
Απλώς δεν άντεχε την αμηχανία, τα βλέμματα λύπης που συναντούσε τον τελευταίο καιρό. Τον κολαύκευε το γεγονός ότι θα έλειπε σε τόσους άνθρωπους, όμως τον κούραζε παράλληλα η υποχρέωση που ένιωθε να σταθεί δίπλα τους και να τους συμπαρασταθεί.
Είχε τα δικά του συναισθήματα να διαχειριστεί που ήταν εξίσου δυσάρεστα.

 Κατευθύνθηκε στον καθρέφτη για ένα τελευταίο έλεγχο. “Έξω έχει ψύχρα”, σκέφτηκε ικανοποιημένος που προνόησε να αφήσει εκτός βαλίτσας το λεπτό μπουφάν. Από μέσα φορούσε ένα κοντομάνικο, αφού στην Ελλάδα τέτοιο καιρό θα κάνει αφόρητη ζέστη ακόμη.
Απόψε θα έκανε το βήμα που σχεδιάζε τόσο καιρό. Έπρεπε να βάλει ένα τέλος και σ'αυτή την ιστορία. Καλό ή κακό θα το μάθαινε σύντομα.


Είχε ξεκινήσει να φτιάχνει μια ομελέτα, όταν κατέβηκε η Jubine, και άρχισε να παίζει Fifa 2012, στο
τραπέζι της κουζίνας. Εκνευρίστηκε. Ήταν ανάγκη την τελευταία μέρα του στη Γαλλία, να φάει πρωινό με
αυτήν? Ποτέ του δεν τη συμπάθησε. Τη θεωρούσε εγωίστρια, επειδειξιομανή, και ξεροκέφαλη.
Κάθισε δίπλα της και άρχισε να μασουλάει με λαιμαργία μια μπουκιά ψωμί μαζί με ομελέτα.
Jubine: Λοιπόν Δημήτρη, έτοιμος για το ταξίδι της επιστροφής?
Δημήτρης: Νομίζω πως δεν το έχω συνειδητοποιήσει ότι φεύγω ακόμη. Μάλλον το βράδυ στο πάρτυ, θα
μπορώ να σου πω με σιγουριά πως θα νιώσω...
Jubine: Ποιο πάρτυ?
Δημήτρης: Δεν χρειάζεται να παίζεις θέατρο, ξέρω ότι μου ετοιμάζεται πάρτυ έκπληξη εδώ και μια
εβδομάδα.
Jubine: Δεν σου παίζω θέατρο. Εμένα κανείς δεν μου είπε τίποτα.
Ο Δημήτρης έπνιξε ένα γελάκι. Δεν είπε κάτι και η υπόλοιπη ώρα πέρασε με αμήχανη σιωπή. Όταν
τελείωσε τη χαιρέτισε με χειραψία και έφυγε για την πλατεία όπου είχε ραντεβού με τον Jean.


O ήλιος είχε αρχίσει να ζεσταίνει την ατμόσφαιρα, και το Cafe De Rouge, μόλις είχε αρχίσει να δέχεται τους πρώτους πελάτες. Αυτό το καφέ είχε φιλοξενήσει ατελείωτες συζητήσεις φοιτητών. Σχέσεις, πολιτική, τέχνη και ό,τι μπορείς να φανταστείς είχε αναλυθεί διεξοδικώς από τους φοιτητές. Η παρέα του Δημήτρη δεν αποτελούσε εξαίρεση.


 Ο Jean ήδη περίμενε καθιστός όταν έφτασε τελικά και ο Δημήτρης.
Δεν παράγγειλες ακόμη?”, ρώτησε χαμογελώντας ο Δημήτρης καθώς έβαζε την καρέκλα του στον Ήλιο
για να ζεσταθεί λίγο πιο γρήγορα. Ο Jean είχε έρθει με το κοντομάνικο, κάτι που δεν προξένησε έκπληξη
στον Δημήτρη, αφού ο Jean ακόμη και μες στο καταχείμωνο, ντυνόταν πάντοτε ελαφρά.
“Όχι σε περίμενα. Λοιπόν τι θα πάρεις?”, αποκρίθηκε ο Jean.
“Ένα αναψυκτικό σκέφτομαι, δεν θέλω καφέ, είμαι ήδη σε υπερένταση!”.
Μαζϊ σου, και γώ αναψυκτικό τότε”, γέλασε ο Jean.
Παραγγέλνουν αναψυκτικά. Κοιτούν τον κόσμο που περνά από μπροστά τους. Άνθρωποι, άνθρωποι,
άνθρωποι....
Τα μάτια συναντιούνται με μια γλυκειά μελαγχολία. Δε μιλάνε. Κοιτούν, ανασαίνουν, χαμογελούν.
Ο σερβιτόρος φέρνει την παραγγελία. Αφήνει το δίσκο με τα δυο ποτήρια στο τραπέζι. Απομακρύνεται.
“Στην υγειά μας!”, εύχονται ο ένας στον άλλο με τις ματιές τους. Τα ποτήρια ακουμπούν στα χείλια τους.
“Σκέτο κατρουλιό!”, λέει ο Δημήτρης!
“Κι είχα μια δίψα!” - παραπονιέται ο Jean.
Γελάνε και οι δύο τους δυνατά. Στην αρχή νευρικά και αμήχανα και στη συνέχεια χωρίς να ξέρουν το γιατί
λύνονται και γελάνε δυνατά με τη ψυχή τους.
Αυτό είναι. Η φιλία έχει νικήσει την αμηχανία του αποχωρισμού. Αρχίζουν να συζητούνε, για τα όσα
έζησαν τα τελευταία τέσσερα χρόνια, για τα μελλοντικά σχέδια τους κτλ.


 Μετά από 2-3 ώρες ήρθε η ώρα του αποχαιρετισμού.
“Είσαι σίγουρος ότι δεν θες να έρθεις το βράδυ στο πάρτυ έκπληξη?”, ρώτησε ο Δημήτρης.
“Με ξέρεις δεν μπορώ τους αποχωρισμούς. Άλλωστε δεν θα χαθούμε. Μόλις έρθει η άνοιξη, έρχομαι Ελλάδα
για διακοπές!” , είπε γελώντας ο Δημήτρης.


 Ο Δημήτρης περπατά προς το μουσείο τέχνης, και το βήμα του είναι βαρύ, λες και σέρνει τα πόδια του.
Είχαν περάσει τουλάχιστον 30 λεπτά από τη στιγμή που χωρίστηκε με τον Jean. O Δημήτρης Κωλέττης,
είχε αρχίσει να κουράζεται από την συναισθηματική πίεση της ημέρας, και ανυπομονούσε να ξεχαστεί
ζωγραφίζοντας.


 Φτάνει στο μουσείο, και βλέπει διάφορες οικογένειες με παιδάκια να κοιτάνε τα εκθέματα. Πάντα
σιχαινόταν να επισκέπτεται Κυριακές το μουσείο για δουλειά. Παντού ζωηρά παιδιά να τρέχουν, να
φωνάζουν, να κλαίνε, να μαλλώνουν και γενικώς να κάνουν ό,τι μπορούν για να του χαλάσουν την
αυτοσυγκέντρωση.
Και σήμερα ειδικά, θα τη χρειαστεί την αυτοσυγκέντρωση αν είναι να καταφέρει αυτό που έχει στο μυαλό
του.
Αγνοεί τη φασαρία και κατευθύνεται προς την αίθουσα κλασικής αρχαιοελληνικής τέχνης.


 Ξεκίνησε να ζωγραφίζει. Επαναλάμβανε συνέχεια στο μυαλό του τα λόγια της καθηγήτριας του
Θυμηθείτε. Δεν ζωγραφίζουμε το αντικείμενο. Ζωγραφίζουμε το χώρο γύρω από το αντικείμενο. Τον
αρνητικό χώρο στο ενδιάμεσο.”
Προσπάθησε να κοιτάξει το άγαλμα της αφροδίτης που είχε δεξιά του. Άρχισε να θυμάται όσα είχε
μάθει γι'αυτό και γενικότερα για την Αδροδίτη. Ήξερε τα βασικά, θεά της ομορφιάς, της αρμονίας, της
ισορροπίας, του έρωτα. Έκλεισε τα μάτια του προσπαθώντας να “εντοπίσει” τον αρνητικό χώρο του
αγάλματος όπως τους το είχε περιγράψει σε μια τεχνική η καθηγήτρια τους.
Θυμήθηκε μια ιστορία που είχε διαβάσει για το άγαλμα. Στην αρχαιότητα, λατρεύοταν και
θεωρούταν θαυματουργό. Την ιδιότητα των θαυμάτων δεν το έχουν μόνο εικόνες αλλά κάθε θρησκεία έχει
τα δικά της θαυματουργά αντικείμενα τα οποία λατρεύονται από τους πιστούς και αυτά με την σειρά τους
θαυματουργούν πάνω σε αυτούς με διάφορους τρόπους και ενέργειες.
Ένα τέτοιο θαυμαστό και ιερό αντικείμενο ήταν και το άγαλμα της θεάς Αφροδίτης που ο μέγας
Κωνσταντίνος είχε κλέψει και μεταφέρει στην νέα του πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη, άγνωστο
όμως από πού.
Ήταν το άγαλμα που αυτή τη στιγμή στεκόταν απέναντί του. Το θαυμαστό αυτό άγαλμα είχε την
ιδιότητα να αποκαλύπτει αν μία γυναίκα ήταν αρετή και πιστή στον σύζυγό της ή αν τον απατούσε. Κάθε
φορά που κάποιος σύζυγος είχε υποψία ότι η γυναίκα του τον απατά, την έπαιρνε και την οδηγούσε στο
άγαλμα της θεάς.
Μόνο όσες γυναίκες ήταν τίμιες μπορούσαν να περάσουν μπροστά από το άγαλμα. Όσες όμως
απατούσαν πράγματι τον σύζυγό τους, μόλις περνούσαν μπροστά από το άγαλμα βρίσκονταν, ποιος ξέρει
από ποια μαγική δύναμη, απότομα απογυμνωμένες από τα ρούχα τους.
Αναλογίστηκε αν το άγαλμα μπορούσε να κάνει το ίδιο και για τους άντρες, απλώς καμμία γυναίκα
δεν τόλμησε ποτέ να τον σύρει μπροστά στο άγαλμα.
Άραγε ανίχνευε και την απιστία προς τον ίδιο μας τον εαυτό? Και αν ναι ο ίδιος θα κρατούσε τα
ρούχα του, ή θα έμενε γυμνός και απροστάτευτος?


 11.30 Κυριακή, Βράδυ. Φοιτητική Εστία
Ο Pierre, κοίταξε προς το παράθυρο. Το πάρτυ είχε αρχίσει για τα καλά. Φωνές, γέλια, πειράγματα
και μουσική ακούγονταν μέχρι το δρόμο όπου βρισκόταν.
Δεν του άρεσαν τέτοιου είδους συγκεντρώσεις, όμως απόψε αποχαιρετούσαν τον Δημήτρη, το παιδί
που γνώρισε πρώτο την πρώτη μέρα στη σχολή καλών τεχνών. Τα επόμενα 4 χρόνια, γίνανε πολύ καλοί
φίλοι, και απόψε θα μαζευόντουσαν για να τον αποχαιρετίσουν. Ο Pierre όμως, δεν ήθελε να πάει. Είχε ένα
προαίσθημα για το τι θα γινόταν απόψε και δεν ήξερε πως να το χειριστεί.
Το ένιωθε καιρό τώρα, ότι πλησίαζε αυτή η στιγμή, όμως προσπαθούσε να απωθεί τα συναισθήματα
που του προκαλούσε η σκέψη της.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και πλησίασε προς την είσοδο.


 Ο Δημήτρης απολάμβανε την παρέα τον φίλων του (εκκεντρικών και μη), και χαιρόταν που 4 χρόνια στη Γαλλία είχε αποκτήσει ανθρώπους που θα τους στοίχιζε η απουσία του.
Κάπνιζε και αισθανόταν το κορμί του να ιδρώνει και τα αυτιά του βουίζαν, από τις ατέλειωτες συζητήσεις που έκανε με διάφορο κόσμο. Μέτα από ένα σημείο, ένιωθε ότι οι συζητήσεις επαναλαμβάνονταν. Η ίδια αμηχανία του αποχωρισμού, τα ίδια τρυφερά και γλυκά λόγια, και ο ίδιος απαντούσε λες και μόλις είχε παντρευτεί και του εύχονταν “Βιον ανθόσπαρτο”.
“Και μένα θα μου λείψεις!”, “Δεν θα χαθούμε, θα μιλάμε στο τηλέφωνο”, “Θα σας επισκευτώ ξανά σύντομα”, “Τέτοιες φιλίες δεν χάνονται”, οι φράσεις αυτές επαναλαμβάνονταν με σταθερό ρυθμό. Βαθιά μέσα του ήξερε ότι ούτε τα μισά απ'αυτά δεν επρόκειντο να πραγματοποιήθουν αλλά αφέθηκε στην ευκολία του συμβιβασμού με τα κοινότυπα.
Τη στιγμή που συνομιλούσε με τον Louis, και τον ρωτούσε γιατί επέλεξε να βγει στο πάρτυ χωρίς ρούχα, είδε τον Pierre να τον πλησιάζει με ένα χαμόγελο στα χείλη!

Τι λέει Δημήτρη, όλα καλά?”, ρώτησε ο Pierre, με το σύνηθες άνετο στυλάκι του.
Μια χαρά, εδώ ξέρεις, τελευταία βραδιά, αποχαιρετισμοί, αγκαλιές....”, απάντησε βαριεστημένα ο
Δημήτρης
Εμένα γιατί μου φαίνεται ότι αν σε τρυπήσω με μια καρφίτσα, θα σκάσεις?”.
Ο Δημήτρης κοίταξε το Pierre. Είχε πάρει ένα πονηρό ύφος που τον έκανε ακόμη πιο όμορφο στα μάτια
του.
Πως μπορούσε να πιστεύει ότι ένα τόσο όμορφο αγόρι, τόσο γλυκό, μπορούσε να είναι γκέι? Ήταν
πιθανώς ένα από τα μεγαλύτερα λάθη στη κρίση του στα 22 χρόνια που βρισκόταν πάνω σ'αυτή τη γή.
Ειλικρινά! Τι σκεφτόταν? Ότι θα του έλεγε πως ένιωθε και ο άλλος θα απαντούσε "Σε αγαπώ και γω", και
θα κατέληγαν να κάνουν παθιασμένα σεξ, δίπλα από το τζάκι?
Ο Pierre ήταν τόσο τέλειος. Πολύ καλός για να είναι αληθινός. Πότε θα μάθαινε ότι το "πολύ καλό
για να είναι αληθινό" μπορεί να αποβεί μοιραίο? Θα γλίτωνε την ντροπή και τον πόνο αν δεν του
αποκάλυπτε τίποτα, και το άφηνε να περάσει έτσι. Άλλωστε αύριο θα έφευγε. Τι περίμενε, να τον
σταματήσει στο αεροδρόμιο και να αγαπηθούν, περνώντας την υπόλοιπη ζωή τους, μαζί?


 “Είσαι καλά Δημήτρη?”, τον ρώτησε ανήσυχος ο Pierre.
“Γαμώτο”, είπε από μέσα του ο Δημήτρης. Είχε απορροφηθεί στις σκέψεις του, και είχε ξεχάσει ότι
απέναντι του στεκόταν το άτομο αυτό, για το οποίο έκανε όλες αυτές τις σκέψεις.
Ξέρεις Pierre, πρέπει να σου πώ κάτι, που ήθελα καιρό να σου πώ, αλλά δεν βρήκα την κατάλληλη στιγμή”.
Το βλέμμα του Pierre σοβάρεψε. Τον κοίταξε με συμπάθεια και ενδιαφέρον. “Πες μου τι είναι?”.

 Ο Δημήτρης ένιωσε το στόμα του στεγνό, τα χείλη του κολλημένα μεταξύ τους. Η καρδιά του
χτυπούσε σαν τρελή, και ένιωθε πως θα λιποθυμήσει.
“Ε, να ξέρεις.... το τελευταίο καιρό, δηλαδή, όχι τον τελευταίο καιρό , μόνο, περισσότερο καιρό, από
τότε που σε ξέρω, άντε κανά χρόνο μετά, θέλω να σου πώ κάτι, δεν είναι ότι σου 'λεγα ψέμματα, απλά δεν
σου λέγα όλη την αλήθεια....”.
Ο Δημήτρης σταμάτησε να μιλά. Παραληρούσε. Τι του συνέβαινε? Δεν ήτανε πρωτάρης. Γιατί είχε
τόσο άγχος? Βέβαια, συνήθως ήταν αυτός το θήραμα και τώρα, ως κυνηγός ένιωθε τελείως άβολα.
“Δεν είμαι καλός στα λόγια, ποτέ δεν ήμουν.”, σκέφτηκε .


 Έκλεισε τα μάτια και ακούμπησε τα χείλη του στα χείλη του Pierre.
Aυτό ήταν! Τα χείλη τους ακούμπησαν. Στην αρχή τα χείλη του Pierre, ήταν σφιχτά κλεισμένα και ο
Δημήτρης φοβήθηκε ότι μπορεί να τον βρίσει από στιγμή σε στιγμή.


 Στη συνέχεια ένιωσε τα χείλη του Pierre να χαλαρώνουν. Ένιωσε την ανταπόδωση του φιλιού που
τόσο καιρό περίμενε. “Θεέ μου, συμβαίνει! Και είναι καλύτερο απ'ότι φανταζόμουν!”, είπε στον εαυτό του
ο Δημήτρης χαρούμενος.



 Κι ύστερα απομακρύνθηκε. Ο Pierre, αμήχανος και σκεφτικός, έκανε ένα βήμα προς τα πίσω. Ο
Δημήτρης, τον κοίταξε μπερδεμένος.
Ε....συγγνώμη Δημήτρη αλλά μου αρέσουν τα κορίτσια.
Τα λόγια του Pierre ήχησαν εκωφαντικά στον Δημήτρη. Ένιωσε σαν ένα σκουριασμένο κατσαβίδι να
τρυπάει την καρδιά του με μανία προσπαθώντας να βγει από την άλλη πλευρά. Ήταν το ακριβώς αντίθετο
απ'ό,τι ήλπιζε μετά από 4 χρόνια ανιδιοτελούς αγάπης και προσήλωσης. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό του ότι
θα τον άφηνε να φύγει απλά, αν του έλεγε ότι δεν ενδιαφερόταν. Αλλά η καρδιά κάνει πάντα αυτό που
θέλει, και η πραγματικότητα του να χάνει αυτόν που αγαπά τόσο απόλυτα.....είναι έξω από την
αυτοκυριαρχία του. Ένιωσε ηλίθιος που πίστεψε ότι θα άντεχε την απόρριψη. Δάκρυα παλεύουν να φανούν
στα μάτια του όμως, με κόπο συγκρατά τον εαυτό του.
Δεν πειράζει μην ανησυχείς. Απλά ήθελα να σου εκφράσω κάποια συναισθήματα μου για σένα”, είπε ο
Δημήτρης όσο πιο αξιοπρεπώς μπορούσε.
“Το είχα υποψιαστεί να σου πω την αλήθεια. Λυπάμαι που δεν μπορώ να ανταποδώσω αλλά ξέρεις ότι σε
αγαπώ....σα φίλο. Λοιπόν καλό ταξίδι σου εύχομαι, και να πραγματοποιήσεις τα όνειρα σου!”, αποκρίθηκε ο
Pierre. H αμηχανία διαγραφόταν φανερά στο πρόσωπό του.
Και γω σ'ευχαριστώ που ήρθες να με αποχαιρετίσεις . Καλή συνέχεια και σε σένα!”.


 Αγκαλιάστηκαν και ύστερα ο Pierre κατευθύνθηκε προς την έξοδο.
Ο Δημήτρης στεκόταν σαστισμένος κοιτώντας τον να απομακρύνεται.
Προσπαθούσε να ηρεμήσει αλλά μάταια. Βαθιά μέσα του, ένιωθε ότι αυτό που ήταν η μεγαλύτερη χαρά
στη ζωή του, ράγισε κάτω από τα πόδια του σαν εύθραυστο γυαλί. Η ξαφνική συνειδητοποίηση ότι το
άτομο που αγαπούσε με όλη του τη καρδιά.....δεν τον αγαπούσε με τον ίδιο τρόπο. "Σε αγαπώ....σα φίλο".
Τα λόγια του Pierre, ηχούσαν συνεχώς μές στο κεφάλι του, υπενθυμίζοντάς του τι μόλις είχε συμβεί. Όχι
ότι θα μπορούσε να ξεχάσει.
Πόσο καιρό κορόιδευε τον εαυτό του?


 Ίσως τα είχε φανταστεί όλα. Όλη την "σχέση" που νόμιζε ότι είχαν. Τα υποννοούμενα, τα "τυχαία"
αγγίγματα, τα υποσυνείδητα μηνύματα, τα ανεξήγητα γελάκια..... όλα αποκύημα της γαμημένης φαντασίας
του! Τον αγαπούσε τόσο πολύ που ξεγέλασε το ένστινκτο να πιστεύει ότι ήταν αληθινά. Το διαστρέβλωσε
σε μια όμορφη εμπειρία που θα τον έκανε να νιώθει όμορφα. "Ποτέ του δεν με ήθελε", σκέφτηκε."Ήταν
απλά οι βαθύτερες επιθυμίες μου που έκαναν και τις πιο απλές του πράξεις να φαντάζουν σαν κάτι
τρυφερό. Κάτι που με έκανε να πιστεύω ΄ότι απλά φοβόταν να μου πει ότι με αγαπά. Αλλά έκανα λάθος.
Και δεν είχα ποτέ καμμία πιθανότητα....ούτε ελάχιστη.".
Η σκέψη ότι πάντοτε θα τον έλκυαν άτομα μόνο και μόνο γι'αυτό που είχαν ή δεν είχαν
ανάμεσα στα πόδια τους, τον αρρώσταινε. Κανένα κορίτσι δεν θα τον αγαπούσε όσο αυτός. Ούτε θα τον
νοιαζόταν, ούτε θα καταλάβαινε το προβλήματά του όπως ο ίδιος. Αλλά καταλάβαινε πως δεν ήταν
αρκετό. Είχε γεννηθεί απλά στο ..... λάθος φύλο. Δεν μέτραγε πόσο γλυκά του μιλούσε ή πως θα ντυνόταν
ή αν ήταν όμορφος ή πόσο φλέρταρε μαζί του ή τον στήριζε στα δύσκολα.....αυτός ποτέ δεν θα τον
αγαπούσε. Όχι με τον τρόπο που ήθελε ο Δημήτρης να τον αγαπά. Και δεν έφταιγε αυτός που ήταν straight.
Έτσι είχαν απλώς τα πράγματα. Αλλά αυτό δεν τον έκανε να νιώθει καλύτερα. Τίποτα δεν του φαινόταν
δίκαιο ή σωστό. Γιατί έπρεπε να τύχει να αγαπήσει αυτόν? Γιατί να είναι τόσο σέξυ, όμορφος, καλός,
και ..... στρέητ? Πως στο καλό θα έβρισκε αυτό το επίπεδο τελειότητας σε κάποιον άλλο? Πως θα
προχωρήσει, όταν ξέρει ότι το μόνο που τον έκανε αληθινά ευτυχιμένο....έχει χαθεί?


 Μόλις τέλειωσε το πάρτυ, ο Δημήτρης επέλεξε να μην κοιμηθεί στο κρεβάτι του αλλά στο καναπέ
του σαλονιού, δίπλα στο τζάκι. Αν και αλλιώς φανταζόταν αυτή τη νύχτα, ήθελε τουλάχιστον να νιώθει τη
ζεστασιά της φωτιάς πάνω στο κορμί του.
Ο Νίκος και ο Jean ήταν οι πρώτοι στους οποίους είχε εκμυστηρευτεί τον έρωτα του για τον Pierre.
Ο Jean μάλιστα, τον πείραζε συχνά για τις μικρές γκρίνιες του σε ό,τι αφορούσε τον Pierre στη ζωή του.
Γνώριζε πόσο πονούσε όταν ο Pierre περνούσε το μπράτσο του πάνω από τον ώμο του. Γνώριζε ότι
κρεμόταν από τα χείλη του, ό,τι κι αν έλεγε. Γελούσε κάθε φορά που ο Δημήτρης ανέφερε το όνομα του
Pierre, ή όταν κοκκίνιζε. Όταν ο Jean συναντούσε τον Δημήτρη, συχνά τον ρωτούσε "Τι κάνει ο γκέι
ερωμένος σου?", αναφερόμενος στον Pierre. Όλα αυτά ήταν όμορφα....όσο κράτησαν.
Ο Δημήτρης έφερε τη συζήτηση που είχε με τον Jean στο μυαλό του, το πρωί στο καφέ.
"Απλά πές του το."είπε ο Jean.
"Ααααα, ωραία, εύκολο. Πως δεν το σκέφτηκα? Τόσο καιρό κάθομαι και βασανίζομαι, ενώ μπορώ ωραία
και εύκολα να πάω και να του πω "Γεια σου Pierre, σ'αγαπώ!". Ευχαριστώ Jean, οι συμβουλές σου είναι
πολύτιμες!!!". Γέλασαν και οι δύο με το ειρωνικό σχόλιο του Δημήτρη.


 Αυτά στριφογύρίζαν τώρα στο μυαλό του Δημήτρη, και δεν τον έπιανε ύπνος.
"Είναι τόσο εύκολο να λες σε κάποιον άλλο "Απλά πές του το", όταν δεν έχεις τίποτα να χάσεις, κανένα
ρίσκο να παρεις.", σκέφτηκε. "Αν είχα περιμένει και δεν είχα υποκύψει στις πιέσεις του Jean, τώρα δεν θα
πονούσα όπως πονάω. Γιατί πονάω πραγματικά γαμώτο. Δεν είναι γκέι, δεν θα ανταποδώσει την αγάπη
μου, και τα πράγματα δεν είναι καθόλου εντάξει. Όλα όσα έκανα για κείνον τόσο καιρό, ήταν απλά χάσιμο
χρόνου. Θα μπορούσα να είχα αφιερώσει όλη αυτή την ενέργεια και το χρόνο κάπου αλλού, σε κάποιον
άλλο που θα ανταπέδιδε την αγάπη μου. Τώρα νιώθω τελείως μαλάκας που του είπα πως νιώθω!!!! Δεν
μπορώ να του ξαναμιλήσω πλέον! Ναι μου είπε δεν θα χαθούμε αλλά θα είναι πολύ περίεργα τα πράγματα.
Πως να του μιλήσω στο τηλέφωνο, να τον καλέσω να περάσει τις διακοπές του στην Ελλάδα, όταν θα μου
είναι τόσο δύσκολο να τον κοιτάξω μές στα μάτια. Άσε που δεν ξέρω αν θα θέλει πλέον. Εντάξει ήξερε ότι
είμαι γκέι, αλλά είναι άλλο να είσαι άνετος με τους γκέι, και άλλο να πρέπει να διαχειριστείς την
εκδήλωση έρωτα, από έναν. Άσε που, επειδή αποδέχεται τους γκέι, δεν σημαίνει ότι θα κάνει σεξ μαζί
τους.... Θεέ μου, πόσο ρεζίλι......"
Οι ίδιες σκέψεις στριφογύρισαν στο μυαλό του για αρκετή ώρα . Στο τέλος παρηγόρησε τον εαυτό
του με το γεγονός ότι σε λίγες ώρες θα έφευγε από τη Γαλλία, και τουλάχιστον δεν θα είχε το ερώτημα "Τι θα γινόταν αν", να τον βασανίζει μια ζωή.


1 Οκτωβρίου 2012, Δευτέρα ξημερώματα.
Το ταξί είχε ήδη απομακρυνθεί από την πόλη και κατευθυνόταν προς το αεροδρόμιο. Ο
Δημήτρης κοίταξε πίσω του την πόλη που χανόταν στον ορίζοντα, και χαμογέλασε στον εαυτό του.
“Μια καινούργια αρχή.....” μονολόγησε, και έβαλε τα ακουστικά στ'αυτιά του.

4 σχόλια:

les an είπε...

Δεν έχω ιδέα από το Sims 3 αλλά αυτό που διάβασα είναι σούπερ! Σκέφτηκες να κάνεις κανένα μάστερ στο creative writing;
Βασικά παρακολούθησα πρόσφατα μια ημερίδα για συγγραφή σεναρίου , καθαρά για ενημερωτικούς λόγους και είδα στην ιστορία σου , πως τηρείς τα βασικά tips. Επίσης η χρήση εικόνας στο στόρυ είναι πολύ καλή ιδέα. Ψάξτο λίγο.
Σκέψου τη δημιουργία ενός μπλογκ ή περιοδικού με gay love stories. Αν βρεις κάποιον που να ξέρει από σχέδιο comic , θα ήταν υπέροχο και πιστεύω πως υπάρχει κοινό , που θα εκδηλώσει ενδιαφέρον.

go on young teacher :)

Ανώνυμος είπε...

Το υπόλοιπο κείμενο, όσο εγραψες, δηλαδή, δε θα το ποστάρεις...;

Elementstv είπε...

@les_an : Γράφω βασικά ένα σενάριο για τη 10η εντολή και επειδή ένας φίλος μου με έχει γνωρίσει με κάποιους ηθοποιούς από τη σειρά, που παίζουν συχνά, μου έχουν υποσχεθεί ότι θα το δώσουν στον Κοκκινόπουλο. Μακάρι να του(ς) αρέσει ! Το θεωρώ καλούτσικη ιδέα. Θα δείξει!

@Ανώνυμε: Βασικά μόνο αυτό είναι σωσμένο σε τέλεια μορφή, είναι νομίζω και άλλο ένα σε ατελή μορφή, θα δω παίζει και να το ανεβάσω!

Ανώνυμος είπε...

Latreyw to sims 3...epishs mwlis anakalypsa to blog sou...eimai 17 gay kai eixa mia ebeiria alla fovamai polly na ksanaepixeirisw mhpws katalavoun oi goneis mou oti eimai gay....